Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 16 Απριλίου 2020

Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης: Ἐξοχικὴ Λαμπρή

Ἐξοχικὴ  Λαμπρὴ 
Παιδικαὶ Ἀναμνήσεις
Ἀλεξάνδρου Παπαδιαμάντη 

(Διήγημα τοῦ μεγάλου Ἕλληνος Διηγηματογράφου, Ἀλεξάνδρου Παπαδιαμάντη, τὸ ὁποῖον ἐδημοσιεύθη τὴν 1ην Ἀπριλίου 1890, εἰς τὴν ἐφημερίδα "Ἐφημερίς" τοῦ Δημητρίου Κορομηλᾶ)

Διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, που δημοσιεύτηκε με τον υπότιτλο «Παιδικαί Αναμνήσεις» την Πρωταπριλιά του 1890 στην εφημερίδα «Εφημερίς».
Πηγή: https://www.sansimera.gr/anthology/448

© SanSimera.gr
  Καλὰ τὸ ἔλεγεν ὁ μπαρμπα-Μηλιός, ὅτι τὸ ἔτος ἐκεῖνο ἐκινδύνευον νὰ μείνουν οἱ ἄνθρωποι οἱ χριστιανοί, οἱ ξωμερίτες*, τὴν ἡμέραν τοῦ Πάσχα, ἀλειτούργητοι. Καὶ οὐδέποτε πρόρρησις ἔφθασε τόσον ἐγγὺς νὰ πληρωθῇ, ὅσον αὐτή· διότι δὶς ἐκινδύνευσε νὰ ἐπαληθεύσῃ, ἀλλ᾽ εὐτυχῶς ὁ Θεὸς ἔδωκε καλὴν φώτισιν εἰς τοὺς ἁρμοδίους καὶ οἱ πτωχοὶ χωρικοί, οἱ γεωργοποιμένες τοῦ μέρους ἐκείνου, ἠξιώθησαν καὶ αὐτοὶ νὰ ἀκούσωσι τὸν καλὸν λόγον* καὶ νὰ φάγωσι καὶ αὐτοὶ τὸ κόκκινο αὐγό.
  Ὅλα αὐτὰ διότι τὸ μὲν ταχύπλουν, αὐτὸ τὸ προκομμένον πλοῖον, τὸ ὁποῖον ἐκτελεῖ δῆθεν τὴν συγκοινωνίαν μεταξὺ τῶν ἀτυχῶν νήσων καὶ τῆς ἀπέναντι ἀξένου ἀκτῆς, σχεδὸν τακτικῶς δὶς τοῦ ἔτους, ἤτοι κατὰ τὶς δύο ἀλλαξοκαιριές, τὸ φθινόπωρον καὶ τὸ ἔαρ, βυθίζεται, καὶ συνήθως χάνεται αὔτανδρον· εἶτα γίνεται νέα δημοπρασία, καὶ εὑρίσκεται τολμητίας τις πτωχὸς κυβερνήτης, ὅστις δὲν σωφρονίζεται ἀπὸ τὸ πάθημα τοῦ προκατόχου του, ἀναλαμβάνων ἑκάστοτε τὸ κινδυνωδέστατον ἔργον· καὶ τὴν φορὰν ταύτην, τὸ ταχύπλουν, λήγοντος τοῦ Μαρτίου, τοῦ ἀποχαιρετισμοῦ τοῦ χειμῶνος γενομένου, εἶχε βυθισθῆ· ὁ δὲ παπα-Βαγγέλης, ὁ ἐφημέριος ἅμα καὶ ἡγούμενος καὶ μόνος ἀδελφὸς τοῦ μονυδρίου τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου, ἔχων κατ᾽ εὔνοιαν τοῦ ἐπισκόπου καὶ τὸ ἀξίωμα τοῦ ἐξάρχου καὶ πνευματικοῦ τῶν ἀπέναντι χωρίων, καίτοι γέρων ἤδη, ἔπλεε τετράκις τοῦ ἔτους, ἤτοι κατὰ πᾶσαν τεσσαρακοστήν, εἰς τὰς ἀντικρὺ ἐκτεινομένας ἀκτάς, ὅπως ἐξομολογήσῃ καὶ καταρτίσῃ πνευματικῶς τοὺς δυστυχεῖς ἐκείνους δουλοπαροίκους, τοὺς «κουκκουβίνους ἢ κουκκοσκιάχτες»*, ὅπως τοὺς ὠνόμαζον, σπεύδων, κατὰ τὴν Μ. Τεσσαρακοστήν, νὰ ἐπιστρέψῃ ἐγκαίρως εἰς τὴν μονήν του ὅπως ἑορτάσῃ τὸ Πάσχα· ἀλλὰ κατ᾽ ἐκεῖνο τὸ ἔτος, τὸ ταχύπλουν εἶχε βυθισθῆ, ὡς εἴπομεν, ἡ συγκοινωνία ἐκόπη ἐπί τινας ἡμέρας, καὶ οὕτως ὁ παπα-Βαγγέλης ἔμεινεν ἀκουσίως, ἠναγκασμένος νὰ ἑορτάσῃ τὸ Πάσχα πέραν τῆς πολυκυμάντου καὶ βορειοπλήκτου θαλάσσης, τὸ δὲ μικρὸν ποίμνιόν του, οἱ γείτονες τοῦ Ἁγ. Ἀθανασίου, οἱ χωρικοὶ τῶν Καλυβιῶν, ἐκινδύνευον νὰ μείνωσιν ἀλειτούργητοι.
  Τινὲς εἶπον γνώμην νὰ παραλάβωσι τὰς γυναῖκας καὶ τὰ τέκνα των καὶ νὰ κατέλθωσιν εἰς τὴν πολίχνην, ὅπως ἀκούσωσι τὴν Ἀνάστασιν καὶ λειτουργηθῶσιν· ἀλλ᾽ ὁ μπαρμπα-Μηλιός, ὅστις ἔκαμνε τὸν προεστὸν εἰς τὰ Καλύβια, καὶ ἤθελε νὰ ἑορτάσῃ τὸ Πάσχα ὅπως αὐτὸς ἐνόει, ὁ Φταμηνίτης, ὅστις δὲν ἤθελε νὰ ἐκθέσῃ τὴν γυναῖκά του εἰς τὰ ὄμματα τοῦ πλήθους, καὶ ὁ μπάρμπ᾽ Ἀναγνώστης, χωρικὸς ὅστις «τὰ ἤξευρεν ἀπ᾽ ἔξω ὅλα τὰ γράμματα τῆς Λαμπρῆς», ἀλλὰ δὲν ἠδύνατο ν᾽ ἀναγνώσῃ τίποτε «ἀπὸ μέσα», καὶ ἐπεθύμει νὰ ψάλῃ τὸ «Σῶμα Χριστοῦ μεταλάβετε», ― οἱ τρεῖς οὗτοι ἐπέμειναν, καὶ πολλοὶ ἠσπάσθησαν τὴν γνώμην των, ὅτι ἔπρεπεν ἐκ παντὸς τρόπου νὰ πείσωσιν ἕνα τῶν ἐν τῇ πόλει ἐφημερίων ν᾽ ἀνέλθῃ εἰς τὰ Καλύβια νὰ τοὺς λειτουργήσῃ.

Σάββατο 24 Δεκεμβρίου 2016

Τὰ Χριστούγεννα τοῦ Τεμπέλη

Τὰ Χριστούγεννα τοῦ Τεμπέλη

 ( Χριστουγεννιάτικον Διήγημα τοῦ Ἀλεξ. Παπαδιαμάντη

 
   Στν ταβέρνα το Πατσοπούλου, ν βορρς φύσα, κα ψηλ ες τ βουν χιόνιζεν, να πρωί, μβκε ν πί να ρώμι ν ζεσταθ μαστρο-Παλος Πισκολέτος, διωγμένος π τν γυνακά του, βρισμένος π τν πενθεράν του, δαρμένος π τν κουνιάδον του, ξωρκισμένος π τν κυρα-Στρατίναν τν σπιτονοικοκυράν του, κα φασκελωμένος π τν μικρν τριετ υόν του, τν ποον προκομμένος θεός του δίδασκεν πιμελς, πως κα γονες κόμη πράττουν ες τ «κατώτερα στρώματα», πς ν μουντζών, ν βρίζ, ν βλασφημ κα ν κατεβάζ κάτω Σταυρούς, Παναγιές, κανδήλια, θυμιατ κα κόλλυβα. Κ πειτα, γράψε θηναϊκ διηγήματα!
  προβλεπτικς κάπηλος, δι ν ρχωνται σκανδαλίστως ν ψωνίζουν α καλα οκοκυράδες, α γειτόνισσαι, εχε σιμ ες τ βαρέλια κα τς φιάλας, πρς πίδειξιν μλλον, λίγον σάπωνα, κόλλαν, ρύζιον κα ζάχαριν, εχε δ κα μύλον δι ν κόπτ καφέν. λλ βλεπες πρω κα βράδυ ν ξέρχωνται, τημέλητοι κα μισοκτενισμέναι, γυνακες φέρουσαι τν μίαν χερα π τν πτυχν τς σθτος, παρ τ σχίον, κα τοτο σήμαινεν, τι τ ψώνιον δν το σάπων, οτε ρύζιον ζάχαρις.
  ρχετο πολλάκις τς μέρας γρια-Βασίλω, πτωχή, ρημη κα ξένη στ ξένα, τις δν εχε προλήψεις, κ πινε φανερ τ ρούμι της. ρχετο κα κυρα-Κώσταινα Κλησιάρισσα, τις βοηθοσε τ κατ δύναμιν ες τν κκλησίαν, σταμένη πλησίον το μανουαλίου, δι ν κολλ τ κηρία, κα σας πεντάρας παιρνε τν Κυριακήν, λας τς πινε, μετ εσυνειδήτου κριβείας, τν Δευτέραν, Τρίτην κα Τετάρτην.
  ρχετο κ Στρατίνα, νοικοκυρ μ δύο σπίτια, πο φώναζεν ες τν αλόπορταν, ες τν δρόμον κα ες τ καπηλεον λα τ μυστικά της, δηλ. τ μυστικ τν λλων, κα μέρος μν ατν μενον ες τν αλήν, μέρος δ πιπτον ες τ καπηλεον, κα τ περισσότερα χύνοντο ες τν δρόμον· κ ξωνομάτιζε* τν κόσμον, ποία νοικάρισσα τς καθυστερε δύο νοίκια, ποος φειλέτης τς χρεωστε τν τόκον, ποία γειτόνισσα τς πρεν να εδος, δανεικν κι γύριστον. μαστρο-Δημήτρης φραγκορράφτης τς χρωστοσε τρία νοίκια, μαστρο-Παλος Πισκολέτος πέντε, κα τν μνα πο τρεχεν, ξ. Λενι κουμπάρα της τς πέρασε δευτέραν ποθήκην μ δόλον ες τ σπίτι, κα τώρα τον νάγκη ν τρέχ ες δικηγόρους κα συμβολαιογράφους δι ν ξασφαλίσ τ δίκαιά της. Κατίνα, νεψιά της π τν πρτον νδρα της, τς εχεν φήσει να μανάτι δι ν τν δανείσ δέκα δραχμάς, κα τώρα κατ τν κτίμησιν δύο χρυσοχόων πεδείχθη τι τ σημικν το κάλπικον κα δν ξιζεν οτε σον ξιζαν τ δύο φυσέκια μ τς σκουριασμένες μπακίρες ― τς ποίας, φο, κατ τν συνήθειάν της (ατ δν τ λεγεν, λλ το γνωστόν), βγαλεν ξω τν γερο-Στρατήν, τν νδρα της, τν κόρην της, τν Μαργαρίταν, κα τν γγονήν της, τν Λενούλαν, νοιξε τν κρύπτην, πέθεσεν κε τ νέχυρον, βγαλε τ κομπόδεμα, λαβε τ φυσέκια, κα τ νεχείρισε μ τρόπον, πο σήμαινε ν τ δώσ κα ν μν τ δώσ, κ φαίνοντο ς ν κολλοσαν στ χέρια της, ες τν πτωχν τν Κατίναν.